“Τώρα τι να σου πω”, λέει ο πίκι πίκι. “Θα σου πω αυτά που διαβάζω απο την ανάσα σου.Θα σου περιγράψω την μυρουδιά της. Η μπόχα της σκατίλας δεν παλεύεται μαδερ φακερ μου”,
Αυτή η αναθυμίαση των επιζόντων λέξεων που μείναν στο μυαλό του κούλα κούπ τον εκανε να τον κοιτάει με ανοιχτά, ορθάνοιχτα μάτια. Δεν έπαψε πότε να τον αγαπάει τον άτιμο ότι κι αν έλεγε.
Συνεχίζοντας ο πίκι σηκώνει λίγο την φούστα της Άννας και χωρίς να κοιταει συνεχίζει, “αυτό το μαρμάρινο σώμα δεν πρόκειται να νιώσει γλύκα, είναι ένα ας πούμε ωραίο μάρμαρο που το κάνεις ένα υπέροχο γλυπτό. Ω τι γλυπτό. Ανάθεμα με αν λέω ψέματα αυτό που ήθελα να πω το ξέχασα αλλα δεν γαμιέται συνεχίζω’ η ανακατεμένη ανάσα σου με την μπόχα των υποχρεώσεών σου σε κάνανε να μαραζώνεις και να μοιάζεις σαν αυτόν στο τουαλετ λαιτ το βαμπίρ.Καλά δεν θέλω να μιλήσω για τις τρίχες που άφησες κάτω απο τη μασχάλη. Αυτο είναι μια άλλη κατάσταση και την κατανοώ. Οχι έχω κατανόηση στην ατειμελισιά και το ξέρετε πολύ καλά κούλα και άννα. Δεν με νοιαζουν αυτα τα επίγεια αλλα άλλος γαμάει άλλος μιλάει στην τελική.Μη φοβάσαι να καταστρέψεις την εικόνα του καθρεύτη γιατι στην τελική απο άμμο φτιάχνεται ένας καθρεύτης. Τα παιδια απο την άλλη όταν χτίζουν καστράκια στην άμμο, στα αρχίδια τους αν τους τα πάρει το κύμμα, θα φτιάξουν άλλα και αύτο είναι και πολύ γαμάτο γιατι αρχίζει το παιχνίδι απ την αρχή”.”Ναι ναι όπως τα λες είναι πικ, η ζωή είναι ένα παιχνίδι”. Είπε ο κούλα κούπ αφου κατέβηκε επιτέλους απο τις σκάλες για να πάρει το τασάκι. Δεν κάπνιζε, με τα σπίρτα μαλακιζόταν.
Δεν έκανε κρύο ούτε και ζέστη έκανε κάτι το ενδιάμεσο και έφτιαξε η μέρα γύρω στην Κυριακή. Τα μάτια της θυμίζανε τη βροχή και την ερωτεύτητα. Στην αρχή για να ξεπλιθώ μετά με δρόσιζε και την αγαπώ,όμως η βροχή έγινε χιόνι και δεν ήταν εκεί για να με δροσίζει.Οι άσπρες νύχτες περνούσαν η μια μετά την άλλη και το μυαλό εκεί να προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που πρέπει να κάνει για να ζεστάνει ξανά τον κόσμο γύρω του.Θέλω πολύ να πω πως δεν πρέπει να κανει κατι. Αλλά τι να καν’ς ετσι ειν’. Τάκα τάκα στο τάκα τάκα πέρασε ο χρόνος.Πίκι πιάσε έναν σκοπό για το καλό.Ει πικι πικι Ει
Αν ο Πικι πικι ήταν ένας εκθαμβοτικός θρίαμβος τότε ο κούλα κούπ ήταν το ίδιο το φεγγάρι με τον ήλιο μαζί που μάζευε την σιωπή από τη γλάστρα της μονοκατοικίας του.
Αν ο Πίκι πίκι ήταν αυτός που έφτιαξε πρώτος τον αυτόματο πωλητή περιοδικών σκέψεων, τότε…τότε..ο κούλα κουπ ήταν ο ίδιος ο ωκεανός που πουλούσε τα νερά του σε τιμή ευκαιρίας ίσως και τζάμπα αν ήξερες να φτερουγίζεις πάνω από κύμματα.
Αν έκανες τον χρόνο να χαμογελάει με πλατιά οδοντοστοιχία τότε θα μπορούσαμε να πούμε πως είσαι ένας απ αυτούς που περνιούνται για αερικά, ξωτικό των δευτερολέπτων που δεν μετράει, δεν πετάει, δεν κανει κωλοτούμπες.Τραγουδάει στα λεπτά και στους αιώνες.
Αν ο Πίκι πίκι ήταν κακοποιός του χρόνου και περνούσε μπροστά απο αυτόν χωρίς να ακούει τα ανέκδοτα της εποχής, ο κούλα κούπ ήταν ένας περπατητής που δεν έδινε σημασία στα ανεκδοτα της εποχής, τα άκουγε προσεκτικά, έριχνε ένα αχανές απροσδιόριστο χαμόγελο.
Αυτος ο μεγάλος θρίαμβος είναι που φέρνει ίλιγγο στον πίκι πίκι και κατουρλιό στον κούλα κούπ.Δεν μπορούσαν να φανταστούν τον εαυτό τους να συχνάζει σε μπαρ για να βρει τον αντίλαλο να του φωνάζει εδω είμαι εγώ για σένα εδώ είμαι και θα σ’αγαπώ παντοτινά.
Αν και πολυ διαφορετικοί,ο ένας απ τον άλλον, είχαν εναν κοινό προσανατολισμό χωρίς να είναι αναγκασμενοι ξεδιαντροποι παλικαράδες που δεν αλλάζουν προσανατολισμό.
Μαγεμένος απο τον ήχο του φλάουτου έκανε μια στροφή και άρχισε να φωνάζει πως όλοι είναι πρίγκιπες της φωτεινης κουράδας. Δεν μπορεις να φτάσεις κάνεναν εκτος απο τον ίδιο τον θεό σου.Έτσι και έγινε. Πήγε και κρύφτηκε μέσα στο κατηφορικό εξοχικό και έκανε τους άλλους να σκάσουν απο τα γέλια.
Τα στριφτά τσιγάρα είναι κάτι περίεργα μικροσκοπικά σλιμς βομβίδια καρκίνου.Χαχα!
Χρόνια πολλά καλό πάσχα!
Ανοίγεις ένα γράμμα και τρεις λέξεις, ανοιγοκλείνω τα φρύδια μου για να ξανασκεφτώ πάνω στον πίκι πίκι. Αυτός ξεδιάλυνε το μελάνι και πέταξε πιτσιλιές από τη γνωστή (στους περισσότερους) μηλόπιτα της γιαγιάς του πάνω στα φρέσκα βαμμένα κόκκινα μαλλιά της Άννας.
Η Άννα βρισκόταν μετά από πολύωρο μπάνιο στην άκρη της κουζίνας και κατέβαζε μανταρίνι φρέσκο από το βουνό του Τσιλα Τσολπανκα κάτω από την μαύρη ήπειρο.
Η μαύρη ήπειρος κατοικούνταν μόνο από πόντιους και το ήξερε. Παρ’όλους τους κυνδήνους πάντως πήγε για την περιπέτεια. Τα μανταρίνια εκεί ήταν πάντα φρέσκα, πάντα πορτοκαλί και πάντα κανονικού μεγέθους, σαν δυο φυσιολογικά αρχίδια.
Η Άννα ήταν καλή και φαίνονταν από μακριά οι ορειβατικές της ικανότητες μα η σύγχρονη μουσική χορογραφία που είχε ετοιμάσει μαζί μου δεν απέδωσε καρπούς, παρά δυο τρία ολόκληρα ζαρζαβατικά στο μάτι του χαρτιού της αποβολής από το διηπειρωτικό βραβείο χορού.
Κρατούσα θυμάμαι μια φυσαρμόνικα για να παίζω τα τραγούδια μου στους περαστικούς. Ήμουν ταλέντο στο τραγούδι του δρόμου και έψαχνα κάποιον που ψάχνει για ταλέντα.
Μου αρέσουν τα φιστίκια. Δεν νομίζω πως κάνουν κάποιο κακό, γι’ αυτό και τα τρώω. Στο χέσιμο λίγο με πειράζουν αλλά ντάξει. Μ αρέσει να περνάω την ώρα μου στην τουαλέτα. Χαϊδεύω και λίγο τον κούλα κούπ και όλα οκ.
Ο ήλιος εχάθηκε και είχε συννεφιά. Η καλύτερη μέρα αναφώνησε ο πίκι πίκι και ξεροκατάπιε. Π:πάμε? Κ: Που πάμε? Π: Πάμε να χαζέψουμε τα ψάρια. Κ: οκ. Έβλεπα την κάθε του κίνηση. Πό πό εποχές δύσκολα να τις ξεχάσεις.
Καταβροχθίζει ένα ακόμη μανταρίνι και φωνάζει μια διάλεκτο μόνο δικιά της. Τι όμορφα που είναι τα αστέρια και χαϊδεύει τον χρόνο ίσα που κοιμάται δίπλα της κάτω από την άμμο.
Ένα κοχύλι μαγειρεύει πάλι πουτανιές στον κούλα κούπ μα δεν τον νοιάζει. Του αρέσει που χαζοκοιτάει το καβούρι που είναι πάνω του και του τσιμπάει τη ρόγα. Το κοχύλι αρχίζει να φωνάζει πως κάθετε πάνω του, η φωνή της θάλασσας είναι ένας ανεπαίσθητος ήχος που δύσκολα τον πιάνουν τα όντα της ξηράς, όπως ο κούλα κούπ. Αυτός όμως ένιωσε τον ήχο σαν τσίμπημα του ποπού του και έτσι έκανε λίγο στην άκρη. Τι ωραίο κοχύλι αυτό. Θα το πάρω για δικό μου. Είπε. Σκέφτηκε να το δώσει κάπου, πολύ πιθανό σε κάποιο κορίτσι ή ίσως στη μάνα του, στ γιαγιά του πίκι πίκι ή στον ίδιο το πίκι πίκι. τελικά μόνο δικό του δεν ήταν το κοχύλι. Γι αυτό μπορεί και να ήταν.
Τέλος πάντων ξυρίστικες επιτέλους και τώρα βλέπω πόσο γλυκιά είσαι καλή μου Άννα της είπε κοιτώντας την στα μάτια ο πικι πίκι. Έχω κάτι να σου δώσω. Ά ένα κοχύλι. Που το βρήκες? Στην παραλία είδε τον κούλα κούπ, το πείρε και μου το δωσε. Σκεφτόμουν τι να το κάνω ένα τόσο γκέι κοχύλι όσο και ο διάολος και αμέσως σκέφτηκα εσένα. Μπαρντόν Άννα. Α! ευχαριστώ πίκι πίκι γούτσου γούτσου γατσ γατσ ματσσσσ.
Έπεσε ηλιοφάνεια και στραμπούλισε το πόδι της. Ρε γαμώτο γιατί σε μένα τώρα τέτοια ώρα. Πώς θα πάω στο τσιν τσουν μπλοκινγ αουτ μαουντεν, πως θα παίξω με το έλκηθρο και πως θα γλυκάνω τον πίκι πίκι γαμώ το κοχύλι που μου έδωσε πάω στην θάλασσα να το πετάξω.
Δεν κατάλαβε πως έφτασε τόσο γρήγορα εκεί αλλά η ανάφλεξη είδε άρχισε να ποτίζει κάθε της μόριο και έτσι με μια μόνο κίνηση βούτηξε στην αλμύρα. Σουυυυυυυτ. Πάει και το κοχύλι.
Αυτό το κοχύλι τελικά ήταν όλων μας. Και του πίκι πίκι και της άννας και του κουλα κούπ.
Αυτό είναι το δίδαγμα της ιστορίας.
Παραγωγή: B.D.Foxmoor
Στίχοι & Παρουσίαση: B.D.Foxmoor
Μια ώρα αρχύτερα
Και κάπου εδώ στου καιρού μας το μεγάλο χαμό
που άλλοι διαλέγουν το ρέμα κι άλλοι βουτάν στον γκρεμό,
θηλιά στο λαιμό μόνος μου δε βάζω
παίρνω κουράγιο και στ’ απόμερα γιορτάζω.
Δεν έχω μία μα δε μ’ έχουνε και δανεισμένο
και τραγουδάω με κάθε φρεσκοαπολυμένο,
δε με νοιάζει ό,τι κι αν γίνει στου ραγιά το κλουβί
στ’ αρχίδια μου αν ήρθε κι εδώ το MTV.
Μακριά από μας – κι ούτε αγαπημένοι
έτσι κι αλλιώς τους τρέφουν οι αποβλακωμένοι.
Την ψυχούλα μας δε στέλνουμε κέρασμα
στα λαμόγια που τρων το καταπέτασμα.
Άκου και τ’ άλλο, ο θείος Σαμ μου αρνήθηκε την βίζα
για να χτυπήσει το κακό λέει από τη ρίζα
πάνω που παιζόταν το στημένο μαύρο θαύμα
στ’ αρχίδια μας που βγήκε ο Ομπάμα.
Μα πήραμε επιτέλους τα χαμπάρια μας
και με τα χέρια μας θα βγάλουμε τα μάτια μας
όσο λιγότεροι πελάτες και καλύτερα
να ξαλαφρώσουμε μια ώρα αρχύτερα.
Κάπου εδώ θα το γλεντήσω κι άλλο δεν θα το βουλώσω
όπως θέλω θα το ζήσω, δε γουστάρω να πληρώσω
Δε με νοιάζει αν νικήσω ούτε κι αν το μετανιώσω
ας το μετανιώσω μια ώρα αρχύτερα.
Μες στα μούτρα θα τους φτύσω έτσι για να τους γειώσω
κι αν μιλήσουν θα γυρίσω με κλωτσιές να τους λαδώσω
κι αν ούτε έτσι τους φοβίσω φτάνει που θα ξαλαφρώσω
θα ξαλαφρώσω μια ώρα αρχύτερα…
Τραβάω τη φάτσα μου και την ψυχή μου από τη μόστρα,
την τηλεόραση λέω να κάνω απλώστρα
ν’ αφήνω πάνω τα βρεγμένα σώβρακά μου
να ξεκουράσω και λιγάκι την κυρά μου.
Δε θα βάλω πετρέλαιο κι ας με φάει το κρύο,
το κινητό μου είναι στον πάτο στο ενυδρείο
δεν θα πληρώσω τη ΔΕΗ κι ας μου κόψουν το ρεύμα
τα νύχια μου θα τρώω για γεύμα.
Θα παραδώσω στο υπουργείο τις πινακίδες
και θα σκουπίζομαι με παλιές εφημερίδες
με δικές μου συνεντεύξεις απ’ το αρχείο
τώρα που στο λάλημα την έκανα λαχείο.
Στα super market θα πηγαίνω χωρίς λεφτά στην τσέπη
και στο φεύγα θα γελάω στην κάμερά που με βλέπει.
Θα δίνω μόνο ακάλυπτες επιταγές
και θα περάσω απ’ όλες σας τις φυλακές.
Δημόσιος κίνδυνος κηρύσσομαι κι επίσημα
κι έχω ένα πρόβειο για κάθε ηχοσύστημα.
Για κάθε μπάτσο έχω δώρο ένα δερμάτινο στριγκάκι
και για κάθε βουλευτή ένα κεράκι.
Θ’ απέχω πάλι κι απ’ αυτές τις εκλογές,
θα ενεργοποιήσω όλες μου τις φραγές
κι απ’ το ξαλάφρωμα αυτό θα ’μαι καλύτερα
κι ας πάω στο διάολο μια ώρα αρχύτερα.